γραώδης

γρᾱώδης, ες,
A = γραϊκός, ἀδολεσχία Chrysipp.Stoic.2.255;

μυθολογία Str.1.2.3

;

μυθάριον Cleom.2.1

, cf. Iamb.VP23, 105, 1 Ep.Ti.4.7: [comp] Comp.

-έστερος Gal.5.315

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γραώδης — γρᾱώδης , γραώδης masc/fem acc pl (attic epic doric) γρᾱώδης , γραώδης masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) γρᾱώδης , γραώδης masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραώδης — ες (AM γραώδης, ες) [γραύς] αυτός που μοιάζει με γριά ή αρμόζει σε αυτήν …   Dictionary of Greek

  • γραωδέστερον — γρᾱωδέστερον , γραώδης adverbial comp γρᾱωδέστερον , γραώδης masc acc comp sg γρᾱωδέστερον , γραώδης neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραώδει — γρᾱώδει , γραώδης masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) γρᾱώδει , γραώδης masc/fem/neut dat sg γρᾱώδεϊ , γραώδης dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραώδη — γρᾱώδη , γραώδης neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) γρᾱώδη , γραώδης masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) γρᾱώδη , γραώδης masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραῶδες — γρᾱῶδες , γραώδης masc/fem voc sg γρᾱῶδες , γραώδης neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραώδεις — γρᾱώδεις , γραώδης masc/fem acc pl γρᾱώδεις , γραώδης masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ώδης — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων τής Αρχαίας Ελληνικής, που ανάγεται στο θέμα οδ τού ρήματος ὄζω* «έχω μυρωδιά, μυρίζω», με έκταση λόγω συνθέσεως. Η αρχική σημασία, ωστόσο, τού β συνθετικού διατηρείται σε ελάχιστα επίθετα στα οποία η σημασία τού α… …   Dictionary of Greek

  • γριά — η (AM γραῑα, Α και γραῡς και γρηΰς) ηλικιωμένη γυναίκα νεοελλ. 1. θωπευτική ονομασία για τη μητέρα, τη σύζυγο ή την πεθερά 2. τηγανίτα 3. παροιμ. α) «η γριά το μισοχείμωνο ξυλάγγουρο γυρεύει» έχει κάποιος άκαιρες και παράλογες αξιώσεις β) «έμαθ η …   Dictionary of Greek

  • ՊԱՌԱՒԱԿԱՆ — (ի, աց.) NBH 2 0601 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c ա. γραώδης anilis. Որ ինչ անկ է պառաւանց. *Մի՛ ինչ այնպիսի կրօնս պառաւականս, եւ առասպելս հրէականս ʼի մէջ բերիցեմք. Ոսկ. մ. ՟Բ. 11: *Պառաւական եւ պիղծ առասպելս յառաջ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • γραωδέστερα — γρᾱωδέστερα , γραώδης neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.